ΕΝΤΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
![]()
Ο Ιπποκράτης από τους αρχαίους χρόνους είχε υποθέσει ότι «ο θάνατος κρύβεται στο έντερο». Η θεωρίες του Ιπποκράτη αποτελούν σήμερα τη βάση για την Υπόθεση της Δυσβίωσης.
Η Εντερική Δυσβίωση αναφέρεται στις ποιοτικές και ποσοτικές αλλαγές που συμβαίνουν στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος, στην τοπική του κατανομή και στη μεταβολική του δραστηριότητα. Είναι αντικείμενο εντατικής έρευνας τα τελευταία 20 χρόνια, και υπάρχουν πολλά ερωτήματα προς απάντηση ακόμα. Ωστόσο είναι σαφές ότι διαταραχές στην φυσιολογική εντερική μικροχλωρίδα παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη πολλών χρόνιων ασθενειών.
Πριν περιγράψουμε τη δυσβίωση και τις επιπτώσεις της, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε το εντερικό μικροβίωμα και το ρόλο του.
ΤΟ ΜΙΚΡΟΒΙΩΜΑ
Μικροβίωμα είναι ένα πολύπλοκο οικοσύστημα που αποτελείται από 100 τρισεκατομμύρια μικροοργανισμούς εκ των οποίων το 90% βρίσκεται στο έντερο (500-1000 διαφορετικά είδη) και το υπόλοιπο 10% στο δέρμα, αναπνευστικό και ουρογεννητικό σύστημα. Το εντερικό μικροβίωμα δεν έχει το ίδιο DNA με τον οργανισμό μας – μάλιστα αποτελείται από 10 εκατομμύρια μικροβιακά γονίδια- περίπου 400 φορές περισσότερα γονίδια από τα γονίδια του ανθρώπου.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΝΤΕΡΙΚΟ ΜΙΚΡΟΒΙΩΜΑ ΚΑΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ;
Περίπου τα 2/3 του εντερικού μικροβιώματος (ο «μικροβιωτικός πυρήνας») είναι ίδια σε όλους τους ανθρώπους. Το υπόλοιπο 1/3 αλλάζει ανάμεσα σε ανθρώπους, αλλά και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
To εντερικό μικροβίωμα ταξινομείται σε 3 εντερότυπους με βάση μελέτες διαφόρων πληθυσμών. Οι εντερότυποι καθορίζονται από την υπεροχή ενός συγκεκριμένου βακτηριακού γένους:
- Bacteroides, που πέπτει υδατάνθρακες
- Prevotella, που πέπτει πρωτεΐνες
- Ruminococcus, που πέπτει βλεννίνη και μεταβολίζει σάκχαρα
Ανάλογα με την ισορροπία των τριών εντεροτύπων στο σώμα μας, αλλάζει και η ικανότητά μας να πέπτουμε τις διάφορες τροφές. Η ικανότητα διαφόρων λαών να καταναλώνουν τοπικές τροφές που σε εμάς φαίνονται εξωτικές, οφείλεται και αντικατοπτρίζεται στο διαφορετικό τους εντερικό μικροβίωμα. Η ποικιλία των μικροβίων και βακτηριδίων του εντέρου, καθώς και η ισορροπία μεταξύ τους, είναι χαρακτηριστικά ενός υγιούς μικροβιώματος.
Το μικροβίωμα αναφέρεται στα ωφέλιμα μικρόβια του εντέρου μας, τα οποία ζουν εκεί συμβιωτικά. Δηλαδή, ο γαστρεντερικός σωλήνας προσφέρει τροφή και κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξή τους, ενώ παράλληλα αυτά διευκολύνουν την πέψη, την σύνθεση βιταμινών, την αναστολή ανάπτυξης παθογόνων μικροβίων, τη ρύθμιση του ανοσοποιητικού, και την παραγωγή ορμονών.
Δεν είναι ολόκληρος ο εντερικός σωλήνας φιλόξενος προς το μικροβίωμα όμως. Το στομάχι, λόγω της οξύτητάς των εκκρίσεών του (χαμηλό pH), δεν ευνοεί την παρουσία βακτηρίων και έτσι οι αριθμοί τους εκεί είναι μικροί. Το ίδιο συμβαίνει και στο δωδεκαδάκτυλο λόγω των εκκρίσεων ενζύμων του παγκρέατος και της χολής. Οι αριθμοί (εκφρασμένοι ως «CFU») και η ποικιλία βακτηρίων αυξάνονται στο λεπτό έντερο και κορυφώνονται στο παχύ, και ιδιαίτερα στον ορθό (το τελευταίο τμήμα).

ΠΩΣ ΕΞΕΛΙΣΣΕΤΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΒΙΩΜΑ;
Από την γέννησή μας μέχρι την ηλικία περίπου των 5 ετών, το εντερικό μικροβίωμα αλλάζει συνεχώς. Έπειτα σταθεροποιείται για την υπόλοιπη ενήλικη ζωή μέχρι τα 65 έτη οπού και παρατηρείται μια μείωση της ποικιλομορφίας του μικροβιώματος.
Μέχρι τη γέννηση, το γαστεντερικό σύστημα ενός εμβρύου είναι στείρο. Αμέσως μετά τη γέννα αρχίζει να αποικίζεται. Ακόμα και ο τρόπος του τοκετού έχει αρχική επίδραση στην επίκοισή του: με φυσιολογικό τοκετό η σύσταση των μικροβίων του νεογνού έχουν σύσταση παρόμοια με του κόλπου, ενώ με καισαρική έχουν σύσταση παρόμοια με του δέρματος. Ο θηλασμός και το γενικό περιβάλλον (π.χ. ο τόπος γέννησης) επίσης έχει μακρόχρονες επιπτώσεις στη σύνθεση του μικροβιώματος: τα πρόδρομα βακτήρια του βρεφικού μικροβιώματος μπορούν να αλλάξουν την έκφραση των γονιδίων των επιθηλιακών κυττάρων, δημιουργώντας συνθήκες ευνοϊκότερες για τα ίδια και ενδεχομένως πιο εχθρικές σε άλλα βακτήρια στα οποία δεν έχει εκτεθεί το βρέφος. Γενικότερα, το ανοσοποιητικό σύστημα επηρεάζεται μακροπρόθεσμα από τα πρώτα αυτά χρόνια, καθώς μαθαίνει να ξεχωρίζει συμβιωτικά και παθογόνα είδη. Η ποικιλομορφία του μικροβιώματος αυξάνει δραματικά με την εισαγωγή στερεών τροφών, και αρχίζει να μοιάζει με το μικροβίωμα ενός ενήλικα.
Η διατροφή είναι κρίσιμος παράγοντας για την διαμόρφωση του εντερικού μικροβιώματος, το οποίο αλλάζει πληθυσμιακά με τρόπο που μεγιστοποιεί την ενέργεια που μπορεί να αποκομίσει από την τροφή που φτάνει σε αυτό από το λεπτό έντερο, και δεν έχουν ήδη απορροφηθεί από τον οργανισμό μας. Για παράδειγμα, όταν καταναλώνουμε κυρίως σύνθετους υδατάνθρακες για μεγάλο χρονικό διάστημα, τα κατάλληλα βακτήρια που πέπτουν αυτούς τους υδατάνθρακες θα πολλαπλασιαστούν γρήγορα, ενώ άλλα θα μειωθούν. Οι δυτικές δίαιτες, πλούσιες σε λίπος και σάκχαρα, ευνοούν τα μικρόβια που μεταβολίζουν τέτοιες τροφές.
Το εντερικό μας μικροβίωμα χρειάζεται μόνο μερικές μέρες για να προσαρμοστεί (σε κάποιο βαθμό) σε αλλαγές στη διατροφή μας. Ωστόσο φαίνεται ότι το μικροβίωμα έχει ένα είδος «μνήμης» η οποία κάνει δύσκολη την αποκατάστασή του από χρόνιες κακές διατροφικές συνήθειες. Γι αυτό η μακροπρόθεσμη καλή διατροφή είναι σημαντική για ένα υγιές μικροβίωμα και την υγεία.
ΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΕΝΤΕΡΙΚΟ ΜΙΚΡΟΒΙΩΜΑ;
Οι βασικές λειτουργίες του μικροβιώματος για τον ξενιστή (το σώμα μας) είναι τέσσερις:
- η άμυνα (υποστήριξη του ανοσοποιητικού συστήματος)
- η ρύθμιση της επικοινωνίας Κεντρικού και Εντερικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ/ΕΝΣ)
- η υποστήριξη της πέψης
- η ρύθμιση του μεταβολισμού
Η ρύθμιση του μεταβολισμού από το μικροβίωμα είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο μελέτης. Ωστόσο μελέτες σε ποντίκια έχουν δείξει ότι π.χ.,, αν ένα στείρο έντερο (δηλ. ποντίκι με ανύπαρκτο μικροβίωμα) εποικιστεί από το μικροβίωμα παχύσαρκου ποντικιού, τότε γίνεται παχύσαρκο ή/και διαβητικό. Τέτοια πειράματα δείχνουν ότι το μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει την ενέργεια που αποσπούμε από την τροφή και την αποθήκευσή της ως λίπος, κατά 5-10%. Έχει αποδειχθεί ότι ο αριθμός των Bacteroides στο παχύ έντερο παχύσαρκων ατόμων είναι μειωμένος, και ότι ο περιορισμός των υδατανθράκων και των λιπών στη διατροφή σχετίζεται με αύξηση του αριθμού των Bacteroides και με απώλεια βάρους.
Ο ρόλος του μικροβιώματος στη λειτουργία του Κεντρικού (ΚΝΣ) και Εντερικού νευρικού συστήματος (ΕΝΣ) είναι αμφίδρομος. Tο ΚΝΣ προκαλεί μεταβολές στη διαπερατότητα του εντέρου, την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα και την εκκριτική δραστηριότητα, οι οποίες τροποποιούν με τη σειρά τους τη σύνθεση της μικροχλωρίδας του εντέρου. Αντίστροφα, το εντερικό μικροβίωμα επιδρά άμεσα στη διαδικασία της συναπτογένεσης και στην παραγωγή νευροδιαβιβαστών (π.χ. σεροτονίνης), ενώ προϊόντα των μικροβίων του εντέρου (λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, «SCFA») μπορεί να υπεισέλθουν στη λειτουργία συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου. Αυτές οι μεταβολές έχουν σημαντική επίδραση στη λειτουργία του εγκεφάλου και μπορούν να οδηγήσουν σε παθογένειες.
Η υποστήριξη της πέψης από το μικροβίωμα γίνεται με πολλούς τρόπους – ωστόσο ο βασικός μηχανισμός είναι ότι τα βακτήρια του εντέρου μας μεταβολίζουν τροφές που δεν μπορεί να απορροφήσει το σώμα μας στο λεπτό έντερο. Αυτές οι τροφές ονομάζονται «πρεβιοτικά», καθώς θρέφουν το μικροβίωμα. Τα βακτήρια ζυμώνουν πρεβιοτικά σε λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου «SCFA» (οξικό, προπιονικό και βουτυρικό) και αέρια (γι αυτό τα πρεβιοτικά μπορεί να φέρουν αερισμό). Τα SCFA είναι πολύτιμες ουσίες. Αφ’ ενός ενισχύουν τη βλεννογόνο του εντέρου και εμποδίζουν παθογενή βακτήρια να ξεφύγουν από το έντερο. Αφ’ ετέρου, το οξικό και προπιονικό οξύ μειώνουν την έκκριση ινσουλίνης και αναστέλλουν την πείνα. Το βουτυρικό οξύ αναστέλλει την κυτταρική ανάπτυξη και βοηθά στην αποκατάσταση κυττάρων που έχουν υποστεί βλάβες. Έχει αποδειχθεί ότι η αποτυχία οξείδωσης του βουτυρικού στα κύτταρα του παχέος εντέρου σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα οδηγεί σε ανάπτυξη ελκώδους κολίτιδας και καρκίνου στο παχύ εντέρου. Η οξείδωση του βουτυρικού μπορεί να συμβάλλει επίσης στην αύξηση της πρόσληψης γλυκόζης, νατρίου, μαγνησίου και σιδήρου από το παχύ έντερο και αύξηση της σύνθεσης βλέννας και λιπιδίων.
Τελικά το εντερικό μικροβίωμα έχει πολλαπλές ευεργετικές επιδράσεις στον οργανισμό μας:
- Παράγει ένζυμα για την πέψη τροφών και απορρόφηση ιχνοστοιχείων όπως ο σίδηρος
- Συνθέτει βιταμίνες (Κ, Β9, Β12)
- Παράγει SCFA, την κύρια πηγή ενέργειας για τα κύτταρα του παχέος εντέρου αλλά και ορισμένων ωφέλιμων βακτηρίων
- Μετατρέπει χολικά οξέα για την σωστή πέψη πρωτεϊνών και λιπιδίων
- Παράγει αντιμικροβιακές και αντιμηκυτιασικές ουσίες και ρυθμίζει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού
- Ενισχύει τον εντερικό φραγμό
- Ρυθμίζει το pH του εντέρου
- Ενισχύει το μεταβολισμό διαφόρων καρκινογόνων ουσιών
ΔΥΣΒΙΩΣΗ
Τι είναι η δυσβίωση;
Δεν είναι όλα τα εκατοντάδες είδη των οργανισμών που συνθέτουν τη χλωρίδα του εντέρου ωφέλημα. Υπάρχουν πολλοί μικροοργανισμοί που είτε μας βλάπτουν άμεσα, ή δεν παρέχουν κανένα όφελος, ή είναι αβλαβή μόνο όταν ο πληθυσμός τους είναι χαμηλός σε σχέση με το ωφέλιμο μικροβίωμα, π.χ., κολοβακτηρίδια (E.coli, κ.λπ.), ζύμες/μύκητες, παράσιτα και Bacteroides.
Η δυσβίωση αναφέρεται σε δυσμενείς αλλαγές στη σύνθεση και λειτουργεία του εντερικού μικροβιώματος που υπερνικούν τις δυνατότητες αντίστασης και ανθεκτικότητας του οικοσυστήματος. Οι αλλαγές στη σύνθεση του μικροβιώματος που προκαλούν δυσβίωση μπορεί να είναι η υπερανάπτυξη του πληθυσμού παθογόνων, η μειωμένη ποικιλομορφία του μικροβιώματος ή η απώλεια πληθυσμού ωφέλιμων βακτηρίων. Έτσι προκαλούνται άμεσες βλάβες στον οργανισμό ή αποτρέπονται οι ευεργετικές λειτουργίες των ωφέλιμων βακτηρίων.

Πώς προκαλείται;
Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που μπορεί να διαταράξουν την ισορροπία των οργανισμών στο έντερο και να προκαλέσουν δυσβίωση:
- Η χρήση αντιβιοτικών
- Η χρήση αντισυλληπτικών
- Η χρήση ανοσοκατασταλτικών (π.χ., στεροειδών) και άλλων ορμονών
- Υψηλή κατανάλωση ζάχαρης, πρωτεϊνών και αλκοόλ
- Το στρες, η χρόνια κόπωση και η κατάθλιψη
- Παθολογικές καταστάσεις, όπως το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, αλλεργίες σε τρόφιμα
Τα αντιβιοτικά, εκτός από τα παθογόνα μικρόβια για τα οποία προορίζονται, καταστρέφουν και ωφέλημα στοιχεία του μικροβιώματος, και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε δυσβίωση. Για παράδειγμα, η εκρίζωση του H. Pylori με βραχύχρονη χρήση αντιβιοτικών έχει αποδειχθεί ότι επιφέρει τεράστια προσβολή της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου και του στόματος που διαρκεί από 6 μήνες έως 4 χρόνια.

Το στρες και η χρόνια κόπωση επηρεάζουν το μικροβίωμα με διάφορους τρόπους. Μπορούν να μειώσουν την έκκριση γαστρικού οξέος, να αλλάξουν την κινητικότητα του εντέρου και την παραγωγή κάποιων ενώσεων στο λεπτό έντερο, με αποτέλεσμα τη μείωση του πληθυσμού Lactobacillus, ακόμα και για μια εβδομάδα μετά από μια σύντομη περίοδο συναισθηματικής έντασης. Η μείωση του αριθμού των Lactobacillus ενισχύει την πιθανότητα εποικισμού του εντέρου από εξωγενείς μικροοργανισμούς. Πέρα από αυτό, το στρες μπορεί να είναι υπεύθυνο για τη μειωμένη παραγωγή βλέννης, η οποία παρεμποδίζει την προσκόλληση παθογόνων βακτηρίων στα εντερικά τοιχώματα.
Η κακή διατροφή είναι πολύ σημαντικός παράγοντας δυσβίωσης. Φαγητά που περιέχουν θειικές ενώσεις (όπως συντηρητικά τροφίμων, συσκευασμένοι χυμοί φρούτων, αποξηραμένα φρούτα, άσπρο ψωμί, αυγά, αγελαδινό γάλα και τυρί) βοηθούν στην υπερ-ανάπτυξη κάποιων βακτηρίων που παράγουν υδρόθειο. Επιπλέον, εφόσον αυτά τα βακτήρια ανταγωνίζονται ωφέλιμα βακτήρια για θρεπτικά συστατικά, η υπερ-ανάπτυξή τους υπονομεύει την θρέψη των φιλικών βακτηρίων.
Η υπερκατανάλωση πρωτεϊνών επίσης αυξάνει τα επιβλαβή βακτήρια του εντέρου. Όταν η ποσότητα είναι τέτοια που το λεπτό έντερο δεν μπορεί να την πέψει πλήρως, το πλεόνασμα πρωτεϊνών φτάνει στο παχύ έντερο όπου αποσυντίθεται από το μικροβίωμα παράγοντας αμμωνία, φαινόλες και άλλες τοξικές ενώσεις. Αυτές είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς καθώς συνδέονται με την ανάπτυξη νεοπλασμάτων, καρκίνων και εγκεφαλοπάθειας.
Διατροφή πλούσια σε απλά επεξεργασμένα σάκχαρα μικραίνει το χρόνο διέλευσης του εντέρου, που μπορεί να προκαλέσει παρατεταμένη έκθεση του επιθηλίου του παχέος εντέρου σε τοξικά τελικά προϊόντα, όπως το οξικό οξύ και η αλκοόλη. Επιπλέον, τα επεξεργασμένα σάκχαρα, αυξάνοντας την παραγωγή της χολής, μεσολαβούν έμμεσα σε υπερβολική αύξηση των ευκαιριακών βακτηριακών ειδών που χρησιμοποιούν τα χολικά οξέα στο μεταβολισμό τους.
Τι επιπτώσεις έχει στην υγεία μας;
Η δυσβίωση έχει πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις που μπορούν να ταλαιπωρήσουν και να κλιμακωθούν με το χρόνο. Μεταβολές στη σύνθεση της μικροχλωρίδας του εντέρου και της μεταβολικής της δραστηριότητας θεωρούνται σημαντικοί παράγοντες που προδιαθέτουν για την ανάπτυξη ασθενειών όπως το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου (IBS), τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (IBD), τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, αλλεργίες, παχυσαρκία και διαβήτη.

Αρχικές ενδείξεις διαταραχών του εντερικού μικροβιώματος περιλαμβάνουν
- Ανήσυχο στομάχι και έντερο, συνοδευόμενο από αέρια, φούσκωμα, δυσκοιλιότητα ή διάρροια. Ειδικά η διάρροια μετά από χορηγία αντιβιοτικών είναι συχνό φαινόμενο, και προσβάλλει έως και το 25% των ασθενών. Είναι πιθανότερο να εμφανιστεί με χορήγηση αμοξικιλλίνης και ερυθρομυκίνης
- Αυξημένη ανάγκη για γλυκά. Η ανισορροπία στο μικροβίωμα ως αποτέλεσμα της υπερβολικής κατανάλωσης σακχάρων προκαλεί περαιτέρω διάθεση για αυτά, και ένα φαύλο κύκλο.
- Αναπάντεχες αλλαγές βάρους, που δεν προέρχονται από αλλαγές διατροφής. Αυτές μπορεί να είναι ενδεικτικές διαταραχών στα επίπεδα ινσουλίνης και τη δυνατότητα αποθήκευσης λίπους, ή σε αύξηση του πληθυσμού βακτηρίων στο λεπτό έντερο
- Διαταραχές στον ύπνο. Η σεροτονίνη που παράγεται στο έντερο ρυθμίζει μεταξύ άλλων την ποιότητα του ύπνου, και σχετικές διαταραχές μπορεί να καταδεικνύουν προβλήματα στο μικροβίωμα
- Αυτοάνοσα νοσήματα και δερματικοί ερεθισμοί. Αυτά μπορεί να οφείλονται στην παραγωγή ορισμένων πρωτεϊνών ή διαταραχές στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, το οποίο ρυθμίζεται από το εντερικό μικροβίωμα